Σελίδες

ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΟΙ ΧΡΗΣΤΕΣ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ-ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ-ΣΥΛΛΟΓΗ-ΧΡΗΣΕΙΣ (CULTIVATION -DESCRIPTION-HARVEST- USES). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ-ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ-ΣΥΛΛΟΓΗ-ΧΡΗΣΕΙΣ (CULTIVATION -DESCRIPTION-HARVEST- USES). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Origanum vulgare - Ρίγανη

Οικογένεια: Lamiaceae

Το είδος Origanum vulgare έχει τη μεγαλύτερη εξάπλωση από όλα τα συγγενικά του είδη, ενώ και στην Ελλάδα είναι το πιο κοινό και το πιο διαδομένο. Στην Ελλάδα βρέθηκαν τρία υποείδη με διαφορετικά μορφολογικά και χημικά χαρακτηριστικά.
 Origanum vulgare ssp. hirtum
 Origanum vulgare ssp. vulgare
 Origanum vulgare ssp. viridulum
Από τα τρία παραπάνω υποείδη, το Origanum vulgare ssp. hirtum χρησιμοποιείται ευρύτατα ως άρτυμα με τον διεθνή εμπορικό όρο “Greek oregano” και θεωρείται ότι έχει την καλύτερη ποιότητα παγκοσμίως ανάμεσα στα είδη που χρησιμοποιούνται ως Oregano (ρίγανη).
Origanum vulgare ssp. hirtum
Περιγραφή:
Πολυετής πόα με διάρκεια ζωής πάνω από 8 έτη. Φύλλα σε αντίθετη διάταξη, ωοειδή, τριχωτά στην κάτω επιφάνεια. Άνθη μικρά, λευκά σε ταξιανθίες στάχυ. Ύψος στελεχών 30-80 εκ. και σπόρους πολύ μικρούς.
Κλίμα –έδαφος:
Ευδοκιμεί σε ψυχρές όσο και σε θερμές περιοχές. Προτιμά περιοχές ηλιόλουστες. Τα θερμοκρασιακά όρια ανάπτυξης του φυτού κυμαίνονται από 4-33 0C, άριστη θερμοκρασία ανάπτυξης τους 18-22 0C. Σε περιοχές με χαμηλό υψόμετρο και έντονη ηλιοφάνεια παρατηρείται υψηλότερη περιεκτικότητα αιθερίου ελαίου.
Καλύτερο pH ανάπτυξης θεωρείται το 6,8, αλλά αναπτύσσεται καλά και σε μεγαλύτερα pH. Προτιμά ξηρικά, χαλικώδη και ασβεστούχα εδάφη καλά αποστραγγιζόμενα. Υψηλή ποσότητα αζώτου ευνοεί τη μεγάλη ανάπτυξη του φυτού αλλά επιφέρει μείωση της περιεκτικότητας σε αιθέριο έλαιο.
Πολλαπλασιασμός:
Α) Με διαίρεση:
Στο αρχικό μητρικό φυτό ρίγανης υπάρχουν πλευρικοί βλαστοί με ανεπτυγμένο ριζικό σύστημα. Κατά τη διαίρεση μπορούμε να πάρουμε έως και 50 νέα φυτά αφαιρώντας από το μητρικό φυτό τους πλευρικούς βλαστούς με το ριζικό σύστημα και μεταφυτεύοντας τους στο χωράφι.
Β) Με σπόρο:
Ο σπόρος είναι πολύ μικρός και σπέρνεται σε σπορεία, όπως ο καπνός, που ετοιμάζονται είτε τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου (φθινοπωρινή εγκατάσταση) είτε μέσα Ιανουαρίου με αρχές Φεβρουαρίου (ανοιξιάτικη εγκατάσταση).
Για ένα στρέμμα απαιτείται φυτώριο 8-10 m2. Το έδαφος που θα γίνει το σπορείο πρέπει να ψιλοχωματιστεί σε βάθος 15-20 cm. Ρίχνουμε 18-20 lt/m2 τύρφη και ίση ποσότητα άμμου ή περλίτη, τα οποία αναμιγνύονται με το ψιλοχωματισμένο έδαφος σε βάθος 8-10 cm. Βρέχουμε ελαφρά το έδαφος και το ισοπεδώνουμε με σανίδα. Αναμειγνύουμε 16 gr σπόρου με 1 kg ποταμίσια άμμο και το απλώνουμε ομοιόμορφα σε όλη την επιφάνεια του σπορείου. Τέλος, το πατάμε ελαφρά με σανίδα και το βρέχουμε με νερό. Το θερινό σπορείο μπορεί να χρειάζεται και 2 φορές τη μέρα πότισμα αν επικρατούν υψηλές θερμοκρασίες.
Απολύμανση σπορείων:
Πριν την δημιουργία σπορείου την καλοκαιρινή περίοδο κάνουμε προληπτικά ηλιοαπολύμανση με σκοπό να μειωθεί ο αριθμός των ζιζανίων
Μεταφύτευση:
Πραγματοποιείται όταν τα φυτά έχουν αποκτήσει 8-10 πραγματικά φύλλα με καπνοφυτευτική μηχανή και σε αποστάσεις φύτευσης 60-80 cm μεταξύ των γραμμών και 30-40 cm μεταξύ των φυτών στη γραμμή. Δυο ώρες πριν τη μεταφύτευση τα φυτά ποτίζονται στο σπορείο για να είναι πιο εύκολο το βγάλσιμο των φυτών και η τοποθέτηση τους στο χωράφι.
Καλλιεργητικές φροντίδες:
Προετοιμασία του εδάφους: Η κατεργασία του εδάφους περιλαμβάνει όργωμα το καλοκαίρι ή το φθινόπωρο ακολουθούμενο από σβάρνισμα ή φρεζάρισμα με σκοπό να ψιλοχωματιστεί το έδαφος πριν την εγκατάσταση της καλλιέργειας.
Καταπολέμηση ζιζανίων: Για να μειωθεί η εμφάνιση των ζιζανίων στο χωράφι μετά την εγκατάσταση της καλλιέργειας εφαρμόζεται εδαφοκάλυψη με πλαστικό (η αποτελεσματικότερη και πιο ακριβή μέθοδος) ή άχυρο, ή ακόμη υπολείμματα φυτών κ.λ.π.
Λίπανση: Οι ανάγκες σε λίπανση πρέπει να προσδιοριστούν μετά από εδαφολογική ανάλυση. Η ρίγανη γενικά δεν έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις σε λίπανση.
Άρδευση: Είναι ξηρική καλλιέργεια. Χρειάζεται πότισμα κατά την εγκατάσταση στο χωράφι της καλλιέργειας αλλά και μετά τη συγκομιδή ώστε να ανταπεξέλθουν τα φυτά καλύτερα από το σοκ. Γενικά όσο πιο συχνά ποτίζουμε τόσο μειώνεται η περιεκτικότητα σε αιθέριο έλαιο.
Συλλογή – Απόδοση:
Η συγκομιδή ξεκινάει από το 2ο έτος. Αν κάνουμε σπορείο τον Αύγουστο, μπορούμε να έχουμε μια μικρή παραγωγή το πρώτο έτος της τάξης των 40 κιλών. Η συλλογή γίνεται όταν το φυτό είναι σε πλήρη άνθηση με χορτοκοπτικό μηχάνημα και σε ύψος 8-10 εκατοστά πάνω από το έδαφος. Δεν πρέπει να συγκομίζεται η ρίγανη μετά από βροχή αλλά πρέπει να περάσει μια βδομάδα περίπου για να μπορέσει να γίνει η συλλογή. Η συλλεχθείσα ποσότητα της ρίγανης μεταφέρεται για ξήρανση είτε σε σκιαζόμενο χώρο είτε σε ξηραντήριο. Σε διαφορετική περίπτωση, αφήνεται στο χωράφι για μια μέρα να στεγνώσει και μετά δένεται σε μπάλες ή αλωνίζεται με θεριζαλωνιστική σιταριού που έχει υποστεί μετατροπές. Η απόδοση σε χλωρή μάζα φτάνει τα 300-400 κιλά/στρ. που αντιστοιχεί σε 100-150 κιλά ξηρό βάρος/στρ.
Αιθέριο έλαιο:
Η περιεκτικότητα σε αιθέριο έλαιο παρουσιάζει μεγάλη ποικιλότητα ως προς την περιεκτικότητα και τη σύστασή του. Τα κύρια συστατικά του αιθέριου ελαίου είναι η καρβακρόλη και η θυμόλη συνοδευόμενα από το γ-τερπινένιο και το π-κυμένιο. Η περιεκτικότητα της καρβακρόλης στο αιθέριο έλαιο μπορεί να κυμαίνεται από ίχνη έως και πάνω από 90%. Υπάρχει μια αρνητική συσχέτιση μεταξύ καρβακρόλης και θυμόλης δηλαδή όσο αυξάνεται η καρβακρόλη τόσο μειώνεται η θυμόλη. Όταν κυριαρχεί η θυμόλη, χάνεται ουσιαστικά το χαρακτηριστικό άρωμα της ρίγανης. Η ποσότητα σε αιθέριο έλαιο μπορεί να κυμαίνεται από 1,1-8,2% (ml/100gr ξηρού βάρους) βιβλιογραφικά έχουν αναφερθεί και υψηλότερες αποδόσεις.
Ιδιότητες-χρήσεις:
Τα φυτικά μέρη της και τα αιθέρια έλαια της ρίγανης χρησιμοποιούνται ευρύτατα παγκοσμίως ως αρτύματα από τη βιομηχανία τροφίμων.
Το αιθέριο έλαιό της παρουσιάζει ισχυρή αντιβακτηριακή δράση κατά διαφόρων μικροοργανισμών και αναστέλλει την ανάπτυξη μυκήτων. Παρουσιάζει ισχυρή τοξική δράση εναντίον ιών και καρκινογόνων κυττάρων, καθώς και αντιοξειδωτική δραστηριότητα που σχετίζεται ιδιαίτερα με την παρουσία της καρβακρόλης και της θυμόλης, αλλά και γλυκοσιδίων, φλαβονοειδών και φαινολικών οξέων. Τέλος, παρουσιάζει νηματωδοκτόνο δράση και χρησιμοποιείται ως εντομοαπωθητικό σε αποθηκευμένα προϊόντα.
Η ρίγανη προστατεύει τα επικλινή εδάφη από τη διάβρωση δημιουργώντας πλέγμα από πολυάριθμες παραφυάδες και συγκρατώντας το επιφανειακό έδαφος.

Mentha ssp.- Μέντα

Mentha ssp. (Οικογένεια: Lamiaceae)
Το γένος Mentha περιέχει σημαντικό αριθμό ειδών, υποειδών και υβριδίων. Τα σημαντικότερα είναι:
§  Mentha spicata (δυόσμος)
§  Mentha aquatica
§  Mentha suaveolons
§  Mentha pulegium
§  Mentha piperita κ.α.

Μέντα - Mentha piperita Sm.
Περιγραφή:
Ποικιλόμορφο, στείρο υβρίδιο που προέρχεται από τη διασταύρωση των Mentha aquatica L. X Mentha viridis L. Στην Ελλάδα, σαν αυτοφυές εμφανίζεται σε υγρές περιοχές και υψόμετρο έως 800 m. Ποώδης, πολυετής πόα ύψους 30-90 cm. Βλαστός τετράγωνος, χρώματος σκούρου ιώδους, φύλλα έμμισχα, λογχοειδή αντίθετα εκφυόμενα, με χαρακτηριστικό χνούδι πάνω στις νευρώσεις. Σταχυόμορφη ταξιανθία με χρώμα άνθους ιώδες έως ελαφρά κοκκινωπό.
Κλίμα –έδαφος:
Ευδοκιμεί σε περιοχές θερμές και ψυχρές. Καλύτερη ανάπτυξη σε περιοχές με εύκρατο κλίμα και δροσερό καλοκαίρι. Απαιτούνται εδάφη καλά αποστραγγιζόμενα, με αρκετή υγρασία, γόνιμα, πλούσια σε οργανική ουσία και μέσης σύστασης. Καλύτερο pH ανάπτυξης 6,5-7,5. Αναπτύσσεται ικανοποιητικά και σε ελαφρώς όξινα εδάφη.
Πολλαπλασιασμός:
Α) Ριζώματα: Είναι ο πιο ενδεδειγμένος τρόπος πολλαπλασιασμού της μέντας. Τα ριζώματα είναι βλαστοί υπόγειοι που αναπτύσσονται οριζόντια τα οποία φέρουν γόνατα, οφθαλμούς και φύλλα (σαν λέπια). Χρησιμοποιούνται ειδικές εκριζωτικές μηχανές για την εξαγωγή των ριζωμάτων. Μετά την εξαγωγή τους τεμαχίζονται σε μήκη 10-15 cm και φυτεύονται σε βάθος 6-7 cm. Από 1 στρέμμα παίρνουμε ριζώματα για 8-10 στρέμματα. Η εγκατάσταση της φυτείας με ριζώματα στο χωράφι γίνεται το μήνα Οκτώβριο.
Β) Μοσχεύματα: Κόβονται από το μητρικό φυτό πριν την άνθηση. Η διαδικασία παραλαβής των μοσχευμάτων είναι ίδια με εκείνη που αναφέρθηκε στο αντίστοιχο κεφάλαιο για τη λεβάντα.
Αποστάσεις φύτευσης: 60-80 cm μεταξύ των γραμμών και 20-30 cm μεταξύ των φυτών.
Καλλιεργητικές φροντίδες:
Προετοιμασία χωραφιού: Περιλαμβάνει όργωμα ακολουθούμενο από σβάρνισμα ή φρεζάρισμα με σκοπό να ψιλοχωματιστεί το έδαφος πριν την εγκατάσταση της καλλιέργειας.
Άρδευση: Είναι αρδευόμενη καλλιέργεια και απαιτεί συχνά ποτίσματα. Την περίοδο του καλοκαιριού μπορεί να χρειαστούν έως και 3 ποτίσματα την βδομάδα.
Λίπανση: Χρήση αζωτούχου λίπανσης αυξάνει την παραγωγή φύλλων.
Ζιζανιοκτονία: Με σκαλίσματα.
Εχθροί-ασθένειες: Σοβαρό πρόβλημα από βερτιλλιώσεις (Verticullum ssp.) και σκωριάσεις (Puccinia mentha). Υπάρχουν ποικιλίες όπως η "Mitcham" που μπορεί να καλλιεργηθεί μόνο για 2 χρόνια και κατόπιν τα ριζώματα πρέπει να μεταφερθούν και να εγκατασταθούν σε άλλο χωράφι.
Συλλογή – Απόδοση:
Δύο συλλογές: η πρώτη συλλογή γίνεται με την έναρξη της άνθησης (συνήθως αρχές Ιουλίου) και η δεύτερη τον Σεπτέμβριο. Απόδοση 1500-2000 κιλά/στρέμμα σε χλωρό βάρος. Συλλέγεται μηχανικά και ξεραίνεται σε θερμοκρασία 45 0C. Ο λόγος χλωρής προς ξηρής μάζα  είναι (2,5-3):1.
Αιθέριο έλαιο:
Το κύριο συστατικό των αιθερίων ελαίων από καλλιεργούμενους πληθυσμούς μέντας είναι η μινθόλη, ενώ των αυτοφυών πληθυσμών είναι η μινθόλη ή η μινθόνη ή η πουλεγόνη ή το μινθοφουράνιο. Η περιεκτικότητα σε αιθέριο έλαιο κυμαίνεται από 0,5-4% (ml/100gr ξηρού βάρους) και απαιτείται εμπορικά να περιέχει εστέρες 4,5-10% (π.χ. methyl acetate), αλκόολες (όχι λιγότερο από 44% (π.χ. menthol) και 15-32% κετόνες (π.χ. menthone).
Ιδιότητες-χρήσεις:
Παρουσιάζει σπασμολυτική και ηρεμιστική δράση λόγω του αιθερίου ελαίου αλλά πιθανά και των φλαβονοειδών. Χρησιμοποιείται σαν τοπικό ήπιο αναισθητικό, αλλά εφαρμόζεται εξωτερικά για ρευματισμούς, νευραλγίες κ.ά.. Το αιθέριο έλαιο χρησιμοποιείται ως αρωματική ουσία σε γλυκά, καραμέλες, τσίχλες, παγωτά, οδοντόκρεμες, σε ποτά κ.λπ. Είναι πολύ καλό μελισσοτροφικό φυτό.

Aloysia triphylla ΛΟΥΙΖΑ ή ΛΙΠΠΙΑ

Οικογένεια: Verbenaceae
Είδος: Aloysia triphylla ή Lippia citriodora.
Περιγραφή:
Η οικογένεια Verbenaceae αποτελείται από 175 γένη και 2.300 είδη που βρίσκονται σε τροπικές και υποτροπικές περιοχές. Ποώδεις, πολυετής (πάνω από 5 έτη) φυλλοβόλος θάμνος ύψους 1-3 m, με έντονη οσμή λεμονιού. Βλαστός χρώματος σκούρου γκρι που ξυλοποιούνται γρήγορα. Φύλλα με άρωμα λεμονιού, αντίθετα ή σε τριμερείς σπονδύλους, οδοντωτά ή έλλοβα, χρώμα πολύ ανοικτό πράσινο, σχήμα λογχοειδές, μήκος 5-7 cm,. Χρώμα άνθους λευκό, ρόδινα ή ιόχροα. Τα άνθη είναι μικρά κατά κεφάλια ή στάχυς. Κάλυκας με 2-4 οδόντες ή λωβούς, στεφάνη τετράλοβη ή δίχειλη με σωλήνα ή κυρτό. Στήμονες 4 διδύναμοι κοντότερη από την στεφάνη, ωοθήκη δίχωρη.
Κλίμα –έδαφος:
Ευδοκιμεί σε περιοχές θερμές ηλιόλουστες, ενώ σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες πεθαίνει. Απαιτούνται εδάφη ελαφρά όξινα εδάφη. Απαιτεί εδάφη πλούσια σε οργανική ουσία, καλά αποστραγγιζόμενα.
Πολλαπλασιασμός:
Μοσχεύματα: Παίρνονται μοσχεύματα αρχές Μαρτίου. Τα μοσχεύματα είναι ουσιαστικά βλαστοί πρώτου ή και δεύτερου έτους (μήκους 12-15 cm) τα οποία παίρνονται από το μητρικό φυτά. Τα μοσχεύματα βρέχονται και κατόπιν βυθίζονται σε ορμόνη ριζοβολίας (το κάτω τμήμα των κομμένων βλαστών h = 2 cm) ακολουθεί τοποθέτηση τους κατά τα δύο τρίτα σε υπόστρωμα ριζοβολίας. Συνήθως η ριοζοβολία διαρκεί 4 βδομάδες.
Αποστάσεις φύτευσης 80-100 cm μεταξύ των γραμμών και 60-70 cm μεταξύ των φυτών. Καλύτερη εποχή φύτευσης στο χωράφι μέσα Απρίλιου έως μέσα Μαΐου.
Καλλιεργητικές φροντίδες:
Καταπολέμηση ζιζανίων: Με σκαλίσματα ή εδαφοκάλυψη.
Προετοιμασία χωραφιού: Όργωμα, και μετά σβάρνισμα.
Λίπανση: Χρήση αζωτούχου λίπανσης αυξάνει την παραγωγή φύλλων.
Άρδευση: Είναι αρδευόμενη καλλιέργεια και απαιτεί 1 πότισμα ανά 10-15 μέρες. Το έδαφος πρέπει να διατηρείται υγρό.
Το φθινόπωρο κόβονται οι βλαστοί σε ύψος 10-15 cm, πάνω από το έδαφος, αφού πρώτα πέσουν τα φύλλα. Ακολουθεί κάλυψη του υπόλοιπου τμήματος του φυτού με άχυρο, έτσι να προστατευτεί από χαμηλές θερμοκρασίες.
Συλλογή – Απόδοση:
Η συλλογή γίνεται αρχές καλοκαιριού, με την έναρξη της άνθησης. Μπορεί να έχουμε και δεύτερη συγκομιδή συνήθως τέλη Αυγούστου- αρχές Σεπτεμβρίου αλλά η ποιότητα είναι υποβαθμισμένη. Στην πλήρη παραγωγή φτάνει το δεύτερο έτος. Η παραγωγή σε ξηρό βάρος μπορεί να φτάσει στα 400-500 κιλά/στρ.
Αιθέριο έλαιο:
Το αιθέριο έλαιο του παίρνεται με απόσταξη με ατμό (steam distillation). Η απόσταξη πρέπει να γίνεται άμεσα γιατί η περιεκτικότητα του σε αιθέριο έλαιο είναι πολύ χαμηλή και επομένως θέλουμε να περιορίσουμε την εξάτμηση (τα αιθέραια έλαια είναι πτητικά). Τα κύρια συστατικά του αιθερίου ελαίου είναι citral, methyl heptenone, carvone, limonene, dipentene, linalool, terpineol, borneol, nerol, geraniol, geranyl acetate κ.ά.
Ιδιότητες-χρήσεις:
Τα φύλλα και τα άνθη της λουίζας παρουσιάζουν σπασμολυτική, αντιπυρετική, διουρητική και ηρεμιστική δράση. Χρησιμοποιούνται επίσης ως αφέψημα, αλλά και σαν αρωματικός παράγοντας σε αλκοολούχα ποτά. Χρησιμοποιείται στην αρωματοποιεία, σαπωνοποιία κ.ά.

Hyssopus officinalis L. Ύσσωπος

Οικογένεια: Lamiaceae
Περιγραφή:
O ύσσωπος Hyssopus officinalis L. είναι μια αρωματική, πολυετής πόα (6-7 χρόνια διάρκεια ζωής) με πολλούς βλαστούς τετράγωνους που εκφύονται από τη ρίζα φτάνουν σε ύψος 30-60 cm οι οποίοι ξυλοποιούνται.Τα φύλλα είναι άμισχα, αντίθετα, επιμήκη. Τα άνθη είναι ερμαφρόδιτα κυανά, ροζ ή λευκά που εκφύονται κατά σπονδύλους. Κάλυκας κωδωνοειδής, με οδοντωτά χείλη και στεφάνη δίχειλη. Ανθίζουν από Μάιο έως Ιούνιο.
Κλίμα –έδαφος:
Ο ύσσωπος ευδοκιμεί σε περιοχές με χαμηλό υψόμετρο έως και 400 m υψόμετρο. Παρουσιάζει ιδιαίτερη αντοχή τόσο στην ξηρασία το καλοκαίρι όσο και στις χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα. Δεν μπορεί να αναπτυχθεί σε εδάφη πολύ βαριά που δεν αποστραγγίζονται. Μπορεί να καλλιεργηθεί σε εδάφη πετρώδη, ξηρικά και ασβεστούχα.
Πολλαπλασιασμός:
Ο ύσσωπος μπορεί να καλλιεργηθεί είτε από με σπόρους είτε με παραφυάδες.
Α) Σπόρος:
Ο σπόρος παρουσιάζει υψηλό ποσοστό βλαστικής ικανότητας. Σε κανονικά επίπεδα υγρασίας και θερμοκρασίας ο σπόρος μπορεί να βλαστήσει μέσα σε 10-12 ημέρες. Τα φυτά είναι έτοιμα για μεταφύτευση 5-6 βδομάδες μετά τη σπορά. Καλύτερη περίοδος σποράς θεωρείται η εαρινή.
Β) Παραφυάδες: Τμήματα βλαστού με ριζικό σύστημα τα οποία αφαιρούνται από το μητρικό φυτό και φυτεύονται απευθείας στο χωράφι. Αφαιρούνται από καλλιέργειες από τον δεύτερο χρόνο φύτευσης τους και μετά.
Οι αποστάσεις φύτευσης 70-80 cm μεταξύ των γραμμών και 30-40 cm μεταξύ των φυτών.
Καλλιεργητικές φροντίδες:
Καταπολέμηση ζιζανίων: Με σκαλίσματα.
Προετοιμασία χωραφιού: Όργωμα, και μετά σβάρνισμα.
Λίπανση: Χρήση λιπάσματος με άζωτο, φώσφορο και κάλιο αν γίνει εδαφολογική ανάλυση και προκύψει ότι υπάρχει έλλειψη.
Άρδευση: Καλλιεργείται και σε ξηρικά αλλά και σε αρδευόμενα εδάφη.
Εχθροί-ασθένειες: Πιθανή προσβολή από μύκητες εδάφους που προκαλούν σηψιρριζίες.
Συλλογή – Απόδοση:
Όταν χρησιμοποιείται για παραγωγή αιθερίου ελαίου τότε η συλλογή γίνεται στο στάδιο της πλήρης άνθησης συνήθως τέλη Μαΐου. Η συλλογή ξεκινάει το 2ο έτος.
Σε αρδευόμενες καλλιέργειες έχουμε δύο συλλογές ανά έτος και να δώσει παραγωγή 3 tn σε χλωρή δρόγη.
Συλλέγεται μηχανικά με χορτοκοπτικό και ξηραίνεται στη σκιά.
Αιθέριο έλαιο:
Η περιεκτικότητα σε αιθέριο έλαιο εξαρτάται από τις κλιματικές συνθήκες, το στάδιο συλλογής το πολλαπλασιαστικό υλικό κ.λ.π. και κυμαίνεται από 1-2% της ξηρής δρόγης. Τα κύρια συστατικά του αιθερίου ελαίου του ύσσωπου είναι 1,8-cineole, pinocaphone, isopinocamphone, pinocarvone, b-pinene, pinocamphone κ.ά. Το αιθέριο έλαιο του συχνά
Ιδιότητες-χρήσεις:
Ο ύσσωπος παρουσιάζει σπασμολυτική δράση και το καθιστά αποτελεσματικό για την θεραπεία του βήχα, βρογχίτιδας, βρογχικό άσθμα, και άλλες αναπνευστικές ασθένειες.
Το ισχυρό άρωμα του αιθερίου ελαίου του ύσσωπου είναι συστατικό πολλών ηδύποτων. Χρησιμοποιείται επίσης σαν συστατικό σε κολόνιες και αρώματα. To αιθέριο έλαιο του παρουσιάζει αντιβακτηριδιακή δράση. Χρησιμοποιείται στην κοσμετολογία για προστασία και καθαρισμό ευαίσθητων επιδερμίδων. Σε σπάνιες περιπτώσεις τα φύλλα του χρησιμοποιούνται στην μαγειρική ως αρωματική ουσία για σούπες, σαλάτες κ.ά.. Είναι ισχυρό μελισσοτροφικό φυτό.

Origanum majorana L. - Ματζουράνα ή Μαντζουράνα

Οικογένεια: Lamiaceae
Είδος: Origanum majorana L.
Περιγραφή:
Η ματζουράνα Origanum majorana L. είναι αρωματική, πολυετής πόα χνουδωτή με βλαστό όρθιο, πολύκλαδο, σχεδόν λείο ύψους 20-50 cm, με φύλλα γκρι έως πράσινα μικρά, ωοειδή ή προμήκη με βραχύ μίσχο. Άνθη λευκά ή και κόκκινα, σε στάχυ ωοειδή ή σφαιρικά. Βράκτια ωοειδή- σπαθοειδή.
Κλίμα –έδαφος:
Η μαντζουράνα ευδοκιμεί σε εδάφη πλούσια που αποστραγγίζονται καλά. Προτιμά περιοχές με μάλλον ήπιο κλίμα. Παρουσιάζει μειωμένη αντοχή στο κρύο. Η φωτοπερίοδος επηρεάζει την ανάπτυξη της ταξιανθίας, των φυτών και την διαφοροποίηση της ταξιανθίας. Σε περιοχές με διάρκεια ημέρας 12-16 ώρες την περίοδο της διαφοροποίησης δημιουργεί φυτά με καλύτερο φύλλωμα. Καλύτερο pH ανάπτυξης το 6,8, αλλά αναπτύσσεται καλά και σε μεγαλύτερο pH, μπορεί να αναπτυχθεί και σε pH 4,9-8,7.
Πολλαπλασιασμός:
Α) Σπόρος:
α) σε σπορείο: Εφαρμόζεται όταν πρόκειται να γίνει η εγκατάσταση σε βαρύ χωράφι που δημιουργεί στην επιφάνεια κρούστα. Το έδαφος που θα γίνει το σπορείο πρέπει να ψιλοχωματιστεί σε βάθος 15-20 εκ. Ρίχνουμε 18-20 λίτρα τύρφη και άμμο ή περλίτη / τετραγωνικό μέτρο και σε βάθος 8-10 εκατοστά και αναμιγνύεται. Βρέχεται ελαφρά το έδαφος και ισοπεδώνεται με σανίδα. Ρίχνουμε το σπόρο καλύπτουμε με λίγη ποταμίσια άμμο το πατάμε ελαφρά με σανίδα και το βρέχουμε με νερό. Τέλος, καλύπτουμε με πλαστικό το σπορείο. Σπορείο τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου ή εαρινή σπορά (αρχές Ιουνίου).
β) Απευθείας σπορά στο χωράφι: Χρειάζεται περισσότερη ποσότητα σπόρου σε σχέση με τη σπορά σε σπορείο. Εφαρμόζεται σε εδάφη ελαφρά
Β) Παραφυάδες: Τμήματα βλαστού με ριζικό σύστημα τα οποία αφαιρούνται από το μητρικό φυτό και φυτεύονται απευθείας στο χωράφι.
Καλύτερο απόδοση έχουμε όταν υπάρχουν 8-10 φυτά/m2. Αποστάσεις φύτευσης 50-60 cm μεταξύ των γραμμών και 20 cm μεταξύ των φυτών για να είναι πιο εύκολος ο χειρισμός των ζιζανίων. Η πυκνότητα φύτευσης επηρεάζει την απόδοση της καλλιέργειας.. Η φύτευσης των σπορόφυτων ή των παραφυάδων γίνεται Οκτώβριο ή σε περιοχές με μεγάλο υψόμετρο Μάρτιο. Συνήθως καλό είναι να καλλιεργείται η μαντζουράνα σε χωράφια που έχει καλλιεργηθεί πρώτα πατάτες ή ψυχανθή. Καλύτερη εποχή φύτευσης στο χωράφι μετά τον Νοέμβριο.
Καλλιεργητικές φροντίδες:
Καταπολέμηση ζιζανίων: Με σκαλίσματα. Χρειάζεται περισσότερα σκαλίσματα από τη ρίγανη. Κυριότερα ζιζάνια είναι η αγριάδα, περικοκλάδα και ο βέλιουρας.
Προετοιμασία χωραφιού: Όργωμα, και μετά σβάρνισμα.
Λίπανση: Χρήση αζωτούχου λίπανσης αυξάνει την αυξάνει την παραγωγή φύλλων.
Άρδευση: Έχει περισσότερες απαιτήσεις σε νερό σε σχέση με την ρίγανη.
Εχθροί-ασθένειες: Μεγάλο πρόβλημα από Altenaria και Fussarium.
Συλλογή – Απόδοση:
Συλλογή συνήθως τέλη Ιούνιου-Αύγουστο όταν είναι σε πλήρη ανθοφορία. Η απόδοση σε ξηρό βάρος είναι περίπου 250 kg/στρ. Συλλέγεται μηχανικά με χορτοκοτικό και ξηραίνεται στη σκιά.
Αιθέριο έλαιο:
Η περιεκτικότητα σε αιθέριο έλαιο κυμαίνεται από 0,5-4%. Δύο είναι οι κύριοι χειμιότυποι του αιθερίου ελαίου μαντζουράνας: α) cis-sabinene-hydrate/ terpinen-4-ol β) carvacrol/thymol. Κύριοι παράγοντες για να έχουμε καλή ποιότητα σε έλαιο είναι: α) η απόδοση σε έλαιο να είναι μεγαλύτερη από 2%, β) κύριο συστατικό του αιθερίου ελαίου της είναι cis-sabinene-hydrate πάνω από 45%, γ) πολύ χαμηλή περιεκτικότητα σε terpinen-4-ol. Όταν πρόκειται για ξηρή δρόγη για να έχουμε καλή ποιότητα θα πρέπει α) η μέγιστη περιεκτικότητα σε υγρασία 14% β) το βάρος των φύλλων πρέπει να είναι μεγαλύτεορ από 95%.
Ιδιότητες-χρήσεις:
Χρησιμοποιείται για ασθένειες της καρδιάς, πυρετό (Kirtikar and Basu, 1985). Παρουσιάζει αντιβακτηριακές, αντιιοικές ιδιότητες. Χρησιμοποιείται επίσης, στην κοσμετολογία, στις βιομηχανίες αρωμάτων, σαν καρύκευμα, σε σούπες, στην αρτοποιία κ.ά.

Achillea millefolium L. Yarrow Αχιλλέα ή αχίλλειος ή χιλιόφυλλη

Οικογένεια: Asteraceae
Είδος: Achillea millefolium L.
Περιγραφή:
Υπάρχουν περίπου 100 είδη του γένους Achillea. Πολυετές πόα, με βλαστούς χνουδωτούς ύψους 20-80 cm. Φύλλα πτεροειδή σύνθετα. Άνθη λευκά, ρόδινα ή κοκκινωπά συνήθως 5-10 mm, σε ταξιανθία κορύμβου που σχηματίζουν δίσκο. Ανθίζει από Ιούνιο έως Σεπτέμβριο. Η Achillea millefolium σχηματίζει ριζώματα τα οποία βρίσκονται σε μικρό βάθος στο έδαφος. Η διάμετρος των ριζωμάτων ποικίλλει από 1-6 mm. Παρουσιάζει υψηλή ταξονομική διαφοροποίηση (μορφολογική και ανατομική) εξαιτίας του σε μεγάλη έκταση υβριδισμού που παρατηρείται στους πληθυσμούς της.
Κλίμα –έδαφος:
Ευδοκιμεί σε περιοχές θερμές και ηλιόλουστες. pH ανάπτυξης 6-8. Παρουσιάζει σχετική αντοχή στην ξηρασία -απαιτούνται 3-4 ποτίσματα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Απαιτεί εδάφη καλά αποστραγγιζόμενα. Δεν αναπτύσσεται σε αλατούχα εδάφη και σε περιοχές με σκίαση.
Πολλαπλασιασμός:
Α) Σπόρο: Παρουσιάζει υψηλή βλαστική ικανότητα ο σπόρος της τάξης του 90%. Πειράματα έδειξαν ότι σπόρος που είχε αποθηκευτεί για 9 έτη σε ξηρό χώρο παρουσιάζει βλαστική ικανότητα της τάξης του 40%. Πολλαπλασιάζεται με σπόρο σε θερμοκήπιο συνήθως τον Ιανουάριο. Απαιτούνται 5-6 m2 σπορείου για να καλύψει τις ανάγκες για καλλιέργεια 1 στρέμματος. Ο σπόρος πρέπει να τοποθετείται επιφανειακά. Μεταφύτευση στο χωράφι με καπνοφυτευτικές μηχανές την άνοιξη. Αποστάσεις φύτευσης 70-80 cm μεταξύ των γραμμών και 30-40 cm πάνω στη γραμμή.
Β) Παραφυάδες: Οι παραφυάδες είναι μικρά φυτά που προέρχονται από οριζόντιες υπόγειες ρίζες τα οποία αφαιρούνται από το μητρικό φυτό και φυτεύονται απευθείας στο χωράφι.
Καλλιεργητικές φροντίδες:
Καταπολέμηση ζιζανίων: Με σκαλίσματα συνήθως την άνοιξη.
Προετοιμασία χωραφιού: Όργωμα, και μετά σβάρνισμα.
Άρδευση: Απαιτούνται 3-4 ποτίσματα το καλοκαίρι.
Συλλογή – Απόδοση:
Συλλέγεται σε πλήρη ανθοφορία. Πλήρη παραγωγή έχουμε από τον πρώτο χρόνο. Συλλέγεται μηχανικά και ξεραίνεται σε ξηραντήρια. Η ξηρή δρόγη είναι περίπου 30% σε σχέση με τη χλωρή και κυμαίνεται συνήθως στα 400 κιλά.
Δεν πρέπει να παραμένει η καλλιέργεια πάνω από 4 χρόνια στο ίδιο χωράφι.
Αιθέριο έλαιο:
Το αιθέριο έλαιο προέρχεται από τα άνθη και τα φύλλα παίρνεται με απόσταξη. Ανάλογα με τα κύρια συστατικά διακρίνονται διάφοροι χημειότυποι της Achillea millefolium. Κύρια συστατικά της είναι chamazulene, sabinene, β-pinene, 1,8-cineole, linallol, α (cis)- thujone, ocimene, campore, ascaridole, caryophyllene oxide, β-ecudesmol και α-bisabalol. Η Achillea millefolium περιέχει φαινολικά συστατικά όπως phenol carbonic acids και φλαβονοειδή (luteolon και apigenin).
Ιδιότητες-χρήσεις:
Τα φαινολικά συστατικά όπως phenol carbonic acids και φλαβονοειδή που υπάρχουν στα είδη της Achillea θεωρούνται από τις πιο σημαντικές ομάδες στη φαρμακολογία. Έχει αναφερθεί ότι πιθανά η αντιφλογιστική δράση και η σπασμολυτική δράση της Achillea millefolium οφείλεται στα φλαβονοειδή. Τα φλαβονοειδή luteolon και apigenin χρησιμοποιούνται σαν φυσική βαφή. Χρησιμοποιείται σαν αφέψημα.

Digitalis L. Δακτυλίτιδα

Οικογένεια: Scrophulariaceae
Είδος: Digitalis purpurea L, Digitalis lanata L
Περιγραφή:
Διετής ή πολυετής πόα, λεία χνουδωτή, βλαστός ισχυρός. Φύλλα κατ’ εναλλαγή ή δέσμες, μεγάλα οδοντωτά ή πριονωτά. Άνθη μεγάλα, πορφυρά, λευκά ή κίτρινα με επιμήκης πολυάνθης βότρυς. Κάλυκας με 5 άνισους λοβούς. Στεφάνη σωληνοειδής, κωδωνοειδής που στενεύει στη βάση με 2 χείλη συνήθως δυσδιάκριτα στον άνω λωβό, και 3 άνισους λωβούς κάτω. D. purpurea είναι ένα διετές, σπάνια πολυετής πόα. Τα φύλλα είναι κατ’ εναλλαγή 10-40 cm σε μήκος και 4-15 cm πλάτος οβάλ. Τα άνθη είναι ροζ-πορφυρά με πιο σκούρα πορφυρά σημεία. D. lanata είναι ένα διετές ή πολυετής πόα. Τα φύλλα είναι κατ’ εναλλαγή 5-15 cm σε μήκος και πάνω από 4,5 cm πλάτος. Τα περίγραμμα των φύλλων γίνεται οδοντωτό προς την κορυφή. Τα άνθη είναι λευκοκιτρινωπά.
Κλίμα –έδαφος:
Αναπτύσσεται σε περιοχές με ηπειρωτικό κλίμα. Προτιμά περιοχές με σκίαση. Σε περιοχές με χαμηλές θερμοκρασίες το χειμώνα μειώνεται η ανάπτυξη της και καθυστερεί η σύνθεση των γλυκοζιτών.
Η δακτυλίτιδα απαιτεί εδάφη καλά αποστραγγιζόμενα. Αναπτύσσεται ικανοποιητικά τόσο σε όξινα όσο και σε αλκαλικά εδάφη. Καλή απόδοση σε γλυκοζίτες παρουσιάζει η D. purpurea σε όξινα εδάφη, ενώ η D. lanata σε αλκαλικά.
Πολλαπλασιασμός:
Α) Σπόρο: Σπορά απευθείας στο χωράφι ή σε σπορεία. Η σπορά μπορεί γίνεται συνήθως άνοιξη ή φθινόπωρο. Εξαιτίας του μικρού μεγέθους του σπόρου αλλά και της μη ομοιόμορφης βλάστησής του, τα φυτά είναι καλύτερα να σπέρνονται σε σπορεία και μετά να μεταφυτεύονται. Αποστάσεις μεταξύ των γραμμών 50 cm και 35 cm μεταξύ των φυτών.
Καλλιεργητικές φροντίδες:
Προετοιμασία χωραφιού: Όργωμα, και μετά σβάρνισμα.
Λίπανση: Χρήση Ν-Ρ-Κ λίπανσης έχει καταγραφή ότι μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της απόδοσης από 32-40%. Η χρήση αζωτούχου λίπανσης οδηγεί σε αύξηση του αριθμού των φύλλων αλλά μειώνεται το βάρος τους. Εφαρμογή θειούχου αμμωνίας οδηγεί σε επιτάχυνση της βλαστικής ανάπτυξης των φυτών.
Άρδευση: Καλλιεργείται σε ξηρικά χωράφια.
Εχθροί-ασθένειες:
Η κυριότερη ασθένεια στη δακτυλίτιδα είναι η altenaria. Προσβάλλει τα φύλλα αρχικά δημιουργώντας καφέ στίγματα στην επιφάνεια, έπειτα καλύπτει όλη την επιφάνεια και προκαλεί καρούλιασμα του φύλλου. Οι κυριότερες προσβολές είναι από περονόσπορο, ανθράκωση, σκωρίαση.
Συλλογή – Απόδοση:
Τον πρώτο χρόνο της εγκατάστασης της φυτείας παραμένουν τα φυτά χωρίς ανθοφόρο άξονα σε μορφή ροζέτας. Η δακτυλίτιδα καλλιεργείται για τα φύλλα της και για αυτό η συγκομιδή γίνεται τον πρώτο χρόνο. Συλλέγεται όλο το φυτό σε ύψος 10-15 cm. Η απόδοση σε φρέσκια δρόγη είναι 3.000 κιλά το στρέμμα. Ακολουθεί ξήρανση σε σκιά όπου στο τελικό προϊόν η υγρασία πρέπει να κυμαίνεται στο 8-10%. Η ξηρή δρόγη είναι 500 κιλά το στρέμμα.
Αιθέριο έλαιο:
Το κυριότερο χημικό συστατικό των φύλλων της δακτυλίτιδας είναι καρδιακοί γλυκοζίτες ή γλυκοσίτες. Υψηλή συγκέντρωση σε καρδιακούς γλυκοζίτες (1-1,4%) καταγράφεται στην D. lanata και ονομάζονται lanatosides. Οι lanatosides της δακτυλίτιδας χωρίζονται σε 5 ομάδες, A, B, C, D, και E. Επίσης υπάρχουν πολλοί σημαντικοί δευτερογενείς γλυκοζίτες με κυριότερη την ditoxin. H D. purpurea έχει μικρότερη συγκέντρωση σε γλυκοζίτες (0,2-0,45%). Η digitoxin εξακολουθεί να εξάγεται από την D. purpurea φαρμακευτικούς σκοπούς.
Ιδιότητες-χρήσεις:
Κύριο συστατικό των φύλλων της δακτυλίτιδας είναι καρδιογλυζίτες. Οι καρδιακοί γλυκοζίτες χρησιμοποιούνται για την θεραπευτική αντιμετώπιση της καρδιακής ανεπάρκειας και δρουν στο καρδιοαγγειακό σύστημα. Η δακτυλίτιδα παρουσιάζει αθροιστική δράση γιαυτό και τα όρια μεταξύ θεραπευτικής και τοξικής δόσης είναι μικρά.

Pimpinella anisum L. Γλυκάνισος

Οικογένεια: Apiaceae
Είδος: Pimpinella anisum L
Περιγραφή:
Το γένος Pimpinella περιέχει 23 είδη. Ο γλυκάνισος Pimpinella anisum L είναι ετήσιο φυτό και έχει ύψος που κυμαίνεται από 30-70 cm. Το φυτό καλύπτεται με τρίχες. Η ρίζα είναι λεπτή πασσαλώδης. Τα κατώτερα φύλλα είναι απλά, μονόφυλλα, τα μεσαία τρισχιδή με τμήματα σφηνοειδή, πτερόλοβα, γραμμοειδή. Άνθη σε σκιάδια με 6-12 ακτίνες. Τα άνθη του λευκά σε ταξιανθία σύνθετης ομπρέλας με διάμετρο 3 mm. Ο γλυκάνισος είναι σταυρογονιμοποιούμενος. Ο καρπός είναι σχιζοκάρπιο 4 mm μήκους.
Κλίμα –έδαφος:
Ο γλυκάνισος απαιτεί ζεστό κλίμα και χωρίς παγετό την περίοδο ανάπτυξης του. Καλύτερο pH ανάπτυξης 6,3-7,3. Προτιμά εδάφη καλά στραγγιζόμενα, ελαφρά, γόνιμα και ασβεστούχα. Μπορεί να καλλιεργηθεί σε όλα τα πεδινά και ημιορεινά μέρη της Ελλάδας.
Πολλαπλασιασμός:
Α) Σπόρο: Σπορά απευθείας στο χωράφι. Χρειάζονται 14 μέρες για να βλαστήσει ο σπόρος. Ο σπόρος πρέπει να είναι της προηγούμενης καλλιεργητικής περιόδου γιατί η βλαστική ικανότητα του είναι της τάξης του 70%. Σπόροι 3 ετών δεν βλασταίνουν. Καλύτερη θερμοκρασία εδάφους για την βλάστηση είναι από 18-21 0C. Σπέρνεται με πνευματική μηχανή 570 gr/στρ, αν σπαρεί με το χέρι απαιτείται διπλάσια ποσότητα. Οι σπόροι πρέπει να τοποθετούνται σε βάθος μέχρι 1 cm. Η σπορά μπορεί να γίνει άνοιξη ή φθινόπωρο ανάλογα με την περιοχή. Καλύτερη εποχή για την Ελλάδα είναι μέσα Μαρτίου έως τέλος Απριλίου.
Αποστάσεις μεταξύ των γραμμών 50 cm και 75 cm στα ποτιστικά.
Καλλιεργητικές φροντίδες:
Προετοιμασία χωραφιού: Όργωμα, και μετά σβάρνισμα.
Λίπανση: Χρήση αζωτούχου λίπανσης φαίνεται ότι βελτιώνει την ποιότητα και την ποσότητα των καρπών όταν χρησιμοποιείται η ενδεδειγμένη ποσότητα. Αντίθετα αν χρησιμοποιηθεί μεγαλύτερη ποσότητα μειώνεται η απόδοση.
Άρδευση: Μπορεί να καλλιεργηθεί και σε ξηρικά και σε αρδευόμενα χωράφια. Αν δεν βρέξει χρειάζονται 3 ποτίσματα, 1 μετά τη σπορά, 1 πριν την άνθηση και 1 μια βδομάδα μετά το πέρας της άνθησης.
Εχθροί-ασθένειες: 
Οι κυριότερες ασθένειες είναι ο περονόσπορος του αμπελιού (Peronospora viticola) και η σκλεροτινίαση (Sclerotinia sclerotirum). Ο γλυκάνισος προτείνεται να καλλιεργείται μαζί με άλλα είδη γιατί απομακρύνει τις αφίδες και το σκουλήκι του λάχανου.
Συλλογή – Απόδοση:
Η συγκομιδή γίνεται με θέρισμα των φυτών όταν οι περισσότεροι καρποί μιας ταξιανθίας βρίσκονται στο στάδιο της ωριμότητας (1 μήνα μετά τη γονιμοποίηση) περίπου το πρώτο 15νθήμερο του Ιουλίου. Τα φυτά αφήνονται θερισμένα για να ξεραθούν 2-3 μέρες και μετά αλωνίζονται με θεριζοαλωνιστική μηχανή. Η απόδοση σε καρπό στις ξηρικές καλλιέργειες είναι 50-100 κιλά το στρέμμα ενώ στις ποτιστικές διπλασιάζεται.
Αιθέριο έλαιο:
Το αιθέριο έλαιο παίρνεται από τον καρπό μετά από μηχανική σύνθλιψη και απόσταξη στον ατμό. Η απόδοση σε αιθέριο έλαιο κυμαίνεται από 1-4%, κουμαρίνες (umbelliprenine, umbelliferone, scolotin), λίπη (fatty acid, petroselenic acid, oleic acid, linoleic acid). Τα κύρια συστατικά του αιθερίου ελαίου είναι: trans-anethol, methychavicol και β-caryophyllene.
Ιδιότητες-χρήσεις:
Ο γλυκάνισος καλλιεργείται κυρίως για το σπόρο του. Ο σπόρος του χρησιμοποιείται για τον αρωματισμό ποτών όπως ούζου και τσίπουρου. Χρησιμοποιείται σαν αρωματικός παράγοντας (ψωμιά, σούπες, κέικ, καραμέλες, επιδόρπια και σε μη οινοπνευματώδη ποτά όπως ηδύποτα), στην κοσμετολογία και στη φαρμακευτική. Το αιθέριο έλαιο του χρησιμοποιείται σαν αντισηπτικό, στις οδοντόκρεμες, για στοματικές πλύσεις, σαπούνια, λοσιόν κ.ά. Το έλαιο του παρουσιάζει ιδιότητες αντιβακτηριακές (για Staphylococcus aureus, Streptococcus pyogenes, Escherichia coli και Corynebacterium ovis), αντιμικροβιακές, αντιοξειδωτικές και ηρεμιστικές.

Melissa officinalis L. (Lemon balm) Μελισσόχορτο

Οικογένεια: Lamiaceae
Είδος: Melissa officinalis L.
Περιγραφή:
Το μελισσόχορτο είναι πολυετής πόα αυτοφυές στις νότιες περιοχές της Ευρώπης. Το ύψος του κυμαίνεται από 0,5 έως και 1 m. Ο βλαστός είναι τετραγωνικός, πολύκλαδος καλυμμένος με τρίχες και τα φύλλα του είναι ωοειδή, έμμισχα, αντίθετα και πριονωτά καλυμμένα με τρίχες. Άνθη λευκά ή ροδίζοντα, κάλυκας τριχωτός κωδωνοειδής, στεφάνη δίχειλη (το κάτω έχει 3 λοβούς άνισους το πάνω δισχεδές) και στήμονες 4 διδύναμοι.
Κλίμα –έδαφος:
Ευδοκιμεί σε ημιορεινές και πεδινές δροσερές περιοχές, σε πλούσια εδάφη, ποτιστικά, καλώς στραγγιζόμενα. Δεν αντέχει σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες. Το χειμώνα, το υπέργειο τμήμα με τις πρώτες πάχνες καταστρέφεται και διαχειμάζει μόνο το πλούσιο και σχετικά αβαθές ριζικό του σύστημα. Απαιτεί pH εδάφους μεταξύ 4,5 και 7,8.
Πολλαπλασιασμός:
Α) Σπόρο: Ο σπόρος είναι σχετικά μικρός χρειάζονται 6 m2 σπορείου και περίπου 12 gr σπόρου ανάλογα με τη βλαστική του ικανότητα. Σπέρνεται σε σπορεία με την ίδια διαδικασία που ακολουθούμε για τη ρίγανη. Δημιουργία σπορείου είναι οι αρχές Μαρτίου. Μεταφύτευση στο χωράφι γίνεται με καπνοφυτευτική.
Β) Μοσχεύματα: Παίρνονται μοσχεύματα (βλαστοί πρώτου ή και δεύτερου έτους μήκους 12-15 cm) τα οποία παίρνονται από το μητρικό φυτά αρχές Μαϊου. Βρέχονται αρχικά και κατόπιν βυθίζονται σε ορμόνη ριζοβολίας (το κάτω τμήμα των κομμένων βλαστών h = 2 cm) ακολουθεί τοποθέτηση τους κατά τα δύο τρίτα σε υπόστρωμα ριζοβολίας. Συνήθως η ριζοβολία διαρκεί 4 βδομάδες.
Γ) Παραφυάδες: Τμήματα βλαστού που όταν αφαιρούνται από τα μητρικά φυτά έχουν ήδη ρίζες. Από 1 φυτό ηλικίας 2 ετών αποκτούμε 40-50 παραφυάδες που μεταφυτεύονται στο χωράφι, όπως τα σπορόφυτα.
Αποστάσεις φύτευσης 75-80 cm μεταξύ των γραμμών και 35-40 cm μεταξύ των φυτών. Αριθμός φυτών 4.000 φυτά/στρ.
Καλλιεργητικές φροντίδες:
Καταπολέμηση ζιζανίων: Με σκαλίσματα.
Προετοιμασία χωραφιού: Όργωμα, και μετά σβάρνισμα.
Λίπανση: Χρήση αζωτούχου λίπανσης και προσθήκη ποσότητας φωσφόρου και καλίου. Η σχέση των στοιχείων των μονάδων λίπανσης του Ν, P και Κ, είναι 2:1,5:1. Προσθήκη το χειμώνα βασικής λίπανσης Ν-Ρ-Κ και δύο επιφανειακές δόσεις (συνήθως νιτρική αμμωνία). Όταν το Ν είναι σε μεγαλύτερη αναλογία σε σχέση με τα άλλα θρεπτικά στοιχεία, παρουσιάζονται τροφοπενίες φωσφόρου και ιχνοστοιχείων Fe, Cu και Zn.
Άρδευση: Είναι αρδευόμενη καλλιέργεια και απαιτεί 1 πότισμα ανά 10-15 μέρες.
Εχθροί-ασθένειες: Προσβάλλεται από ωίδιο και αφίδες.
Συλλογή – Απόδοση:
Την πρώτη χρονιά το μελισσόχορτο συλλέγεται μια φορά την περίοδο ανθοφορίας, ενώ από τη δεύτερη χρονιά έχουμε δυο συλλογές. Η πρώτη συλλογή γίνεται με την έναρξη της άνθησης (συνήθως αρχές Ιουλίου), η δεύτερη τον Σεπτέμβριο. Η απόδοση μπορεί να φτάσει τα 1.200 κιλά/στρέμμα σε χλωρό βάρος από το δεύτερο έτος. Συλλέγεται μηχανικά με χορτοκοπτικό και ξεραίνεται σε θερμοκρασία κάτω απόν 40 0C.
Αιθέριο έλαιο:
Το αιθέριο έλαιο, λαμβάνεται με απόσταξη του φυτικού υλικού αμέσως μετά από τη συγκομιδή, και χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία γιατί μπορεί να αποδώσει τη μυρωδιά του λεμονιού με λιγότερο κόστος σε σχέση με εκχυλίσματα άλλων αρωματικών φυτών. Η περιεκτικότητα σε αιθέριο έλαιο των φρέσκων φύλλων υπολογίζει κατά μέσο όρο 0,1 % και γενικότερα κυμαίνεται από 0,01 και 0,13%. Η περιεκτικότητα σε αιθέριο έλαιο κυμαίνεται από 0,15-0,3% σε ξηρό βάρος. Τα πιο υψηλά επίπεδα αιθερίου ελαίου έχουν εξαχθεί στα τέλη του καλοκαιριού. Το αιθέριο έλαιο περιέχει σαν κύρια συστατικά του Lemon balm geraniol, cintronellal, linalool, ενώ το trans-carveol είναι το κύριο συστατικό του αιθερίου ελαίου του λεμονιού. Το αιθέριο έλαιο αλλοιώνεται συχνά με τα μίγματα lemongrass, citronella, ή ελαίου από λεμόνια.
Ιδιότητες-χρήσεις:
Το αιθέριο έλαιο χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική, βιομηχανία τροφίμων και καλλυντικών. Το έλαιο έχει αποδειχθεί ότι παρουσιάζει αντιοξειδωτική, αντγιφλεγμονώδη, αντιμικροβιακή, αντιική και ηρεμιστική δράση. Χρησιμοποιείται επίσης σε κρέμες για τη θεραπεία του απλού έρπητα. Τα φύλλα του μεισσόχορτου χρησιμοποιούνται φρέσκα ή/και ξηρά ως καρύκευμα στις σάλτσες τις σάλτσες, τις σούπες, κρεατικά, λαχανικά και τα επιδόρπια. Σαν αρωματικός παράγοντας χρησιμοποιείται σε μερικά οινοπνευματώδη ποτά και ηδύποτα και σε τσάγια. Τελευταίες έρευνες έδειξαν ότι το μελισσόχορτο παρουσιάζει ηρεμιστική δράση στο κεντρικό νευρικό σύστημα των ποντικιών που δοκιμάστηκε εργαστηριακά.  Είναι το κατεξοχήν μελισσοτροφικό φυτό.